Να μη ζήσουμε σα δούλες

1364460716march2013edlettfeat-300x225
Παντρεύτηκε στα είκοσι. Γνωρίστηκαν ένα μήνα πρίν.  Δεν έπαιρνε και πολύ συζητηση το θέμα.  Αυτός είχε τη δουλειά του και ο πατέρας της δεν μπορούσε να τη συντηρεί άλλο. Το βάρος έπρεπε να μεταφερθεί. Έφυγαν στη γερμανία, δούλευαν όλη μέρα στα εργοστάσια. Έκαναν και δύο παιδιά. Και ο καιρός περνούσε.  Με βρισιές, φωνές, προσβολές, διαταγές, που και που ξύλο. Ζούσε δυστυχισμένη. Και ο καιρός περνούσε. Γύρισαν μετά απο χρόνια στην ελλάδα, τα παιδια είχαν πια μεγαλώσει και αυτή ήθελε να ζήσει. Και ο καιρός περνούσε. Και οι βρισιες, οι φωνες, οι προσβολές, οι διαταγές και το ξύλο που και που συνεχίζονταν. Αυτός εξαφανιζόταν, πήγαινε διακοπές, διασκέδαζε, είχε άλλες σχέσεις και αυτή καθόταν στο διαμέρισμα, να καθαρίζει, να μαγειρεύει, να πλένει, να βοηθά τα παιδιά. Και ο καιρός περνούσε.Και αποφάσισε οτι δεν θέλει πια να ζεί έτσι, οτι δεν θέλει άλλο να είναι δυστυχισμένη. Και ξύπνησε ένα πρωί στα εβδομήντα της,μάζεψε όλα της τα πραγματα και του είπε οτι πάει για διακοπές σε μια ξαδέρφη της. Δε γύρισε ποτέ. Νοίκιασε ένα σπίτι , αγόρασε καινούρια έπιπλα και λίγα ρούχα και άφησε το όνομα στο θυροτηλέφωνο κενό. Να μην τη βρεί. Δεν έβγαινε απο το σπίτι, γιατι δεν ήθελε να τον συναντήσει. Τα ψώνια της τα έκαναν τα παιδιά της και την πήγαιναν καμιά βόλτα με το αμάξι. Τώρα έχουν πια περάσει δέκα χρόνια και τον συνάντησε τυχαία στη γειτονιά.Έκανα πως δεν τον είδε και αυτός δεν της μίλησε. Τα βράδια κλαίει που δεν έφυγε νωρίτερα. Κλαίει για τον καιρό που απλά περνούσε. Αλλα νιώθει περήφανη που βρήκε τη δύναμη, που κατάφερε να ζήσει. Όχι σα δούλα αλλα σαν άνθρωπος.
 
Λευτεριά στις γιαγιάδες- Να μη ζήσουμε σα δούλες

Ιστορίες κρητικής φιλοξενίας ή αλλιώς “φερ’τε πίσω τα κλεμμένα”

tumblr_mg0nzs22Gu1r8i7k7o1_500

Περνώντας έξω απο ένα πανάκριβο μαγαζί με ρούχα στην Κρήτη, είπα στον πατέρα μου στα πλαίσια μιας αδιάφορης κουβέντας για την κρίση σε τοπικό επίπεδο,  πως γίνεται να είναι ακόμα ανοιχτό αυτό το μαγαζί και ποιοι είναι πια όλοι αυτοί που αγοράζουν τσάντες με 1.000 ευρώ και ζώνες με 200. Ξεκίνησε λοιπόν μια κουβέντα για τον πρώτο ιδιοκτήτη του μαγαζιού, ο οποίος έτυχε να είναι γείτονας της γιαγιάς μου στην εβραική συνοικία. Ήταν λοιπόν ενας φτωχός άνθρωπος αυτός, που πρίν τον πόλεμο πουλούσε αυγά σε έναν πάγκο έξω απο τη μεγάλη αγορά. Επειδή όμως οι κρίσεις δίνουν μεγάλες ευκαιρίες σε αυτούς που είναι έτοιμοι να τις αρπάξουν, ο φτωχός αυτός άνθρωπος είδε την κατοχή σαν ευκαιρία και δεν την άφησε να πάει χαμένη. Όταν οι ναζί λοιπόν πήραν όλους τους Εβραίους της πόλης και ερήμωσε η εβραική συνοικία, μπήκε στα σπίτια των γειτόνων του και έκλεψε ανενόχλητος οτι είχε απομείνει απο τις περιουσίες τους. Τέλειωσε λοιπόν ο πόλεμος και ο φτωχός έμπορος αυγών βρέθηκε ξαφνικά με μια τεράστια περιουσία στα χέρια του. Κοινό μυστικό ήταν αυτό στην μικρή πόλη και πολλοί τον ρωτούσαν ειρωνικά μήπως βρήκε στην κατοχή την κότα με τα χρυσά αυγά. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε αυτό το μαγαζί, για να δώσει εναν ευρωπαικό αέρα στην περιοχή και να προμηθεύσει την καλή κοινωνία με την τελευταία λέξη της μόδας.
 
Φαντάζομαι λοιπόν τους απογόνους του φτωχου, αυτοδημιούργητου αυτού ανθρώπου, που ακόμα θα δρέπουν τους καρπούς του κόπου του, να βλέπουν τηλεόραση και να κουνούν το κεφάλι επιδοκιμαστικά, με μια δόση δίκαιης αγανάκτησης στη γνωστή πλέον  απαίτηση «φερ’τε πίσω τα κλεμμένα»