Να είσαι παριζιάνα με παρελθόν…

309287_102636983221773_207612610_n

Κάποτε έγραφες “είμαστε αντιπαραγωγικοί/ες” κι εγώ σου έλεγα διάβασε μην χαζεύεις!

Κάποτε, σου έστελνα τραγούδια των nouvelle vague και τώρα τους μισώ!

Κάποτε, μου ζητούσες τρία κρουασανάκια απο τον κόκκινο φούρνο και τώρα τα μισείς!

Κάποτε, σου είπα, είμαστε η δύναμη που κινεί τον κόσμο και συ απάντησες δεν θα                       είμαι ποτέ η ίδια…

Κάποτε, μου είπες, δεν αντέχω άλλο κι εγώ σου είπα η ζωή είναι άξονες, βρες τους!

Κάποτε, σου είπα, δεν υπάρχουν άξονες, βιώνουμε απλά την ήττα. Και συ απάντησες η ήττα ήταν τελικά η μόνη λύση…

Κάποτε, μου είπες θέλω απλά πράγματα, σε είπα μικροαστή και μπήκα στο facebook…

Κάποτε, σου είπα όλα θα πάνε καλά καλά και εσύ απάντησες τελικά είχες δίκιο!

Κάποτε, φορούσες κόκκινο κραγιόν κι εγώ φορούσα κόκκινη ζακέτα και τότε κατάλαβα ότι το νήμα που θα μας συνδέει θα είναι πάντα κόκκινο…Έστω κι έτσι!

Πόσο μ’αρεσει να ακουω τους ανθρωπους,να ανεβαινουν με το ασανσερ και να μιλανε ρουμανικα.

1173687_638875196136752_828797803_n
 
Οταν ξεκιναω το πρωι απο το σπιτι μου για να παω στη δουλεια, καποια παιδια εξω απο ενα σχολειο συνωμοτουν σε διαφορες γλωσσες για το πως θα καταλαβουν το σχολειο τους. Οταν μπαινω στο ασανσερ ενας νεαρος ρομα μεταφερεται στην αιθουσα καποιου δικαστηριου με χειροπεδες. Οταν χαζευω απο το παραθυρο, μια μεταναστρια εχει βρεθει χωρις χαρτια και κινδυνευει να απελαθει. Οταν κανω διαλλειμα, μια γυναικα εχει και παλι διστασει να καταγγειλει το συζηγο της για κακοποιηση. Οταν πια φευγω, το λουκετο εχει  μπει στην πόρτα του σχολειου, ο νεαρος ρομα εχει καταδικαστει, η μεταναστρια εχει απελαθει και η γυναικα σκουπιζει τα δακρυα της πανω απο εναν γεματο νεροχυτη.
Και εγω σκεφτομαι.. ποσο μ’αρεσει να ακουω τους ανθρωπους να ανεβαινουν με το ασανσερ και να μιλανε ρουμανικα..

Προσεχώς Ρουμάνες.

tumblr_m8v0skzyMj1qivle1o1_400Εψαχναν απεγνωσμενα για δουλεια αλλα στη Ρουμανια δεν εβρισκαν τιποτα. Οταν ειδαν στην εφημεριδα αγγελια για δουλεια σε τουριστικο προορισμο της ελλαδας, αποφασισαν να μην αφησουν την ευκαιρια να παει χαμενη. θα δουλευουν καμαριερες σε ξενοδοχειο και ο μισθος θα ηταν φυσικα πολυ καλος,οπως παντα στην ελλαδα. Ηξεραν τοσες κοπελες απο το χωριο τους και τις γυρω περιοχες αλλωστε, που πηγαν στην ελλαδα και εβγαζαν πολλα λεφτα και δεν ξαναγυρισαν ποτε στη Ρουμανια. Πηραν τηλεφωνο στην αγγελια,τις ρωτησαν την ηλικια τους,ηταν ιδανικη για τη δουλεια: 20 ετων η μια 23 η αλλη. Τους εδωσαν οδηγιες, πως να φτασουν που να πανε το ξενοδοχειο ηταν κοντα στο λιμανι και οτι δεν χρειαζεται να φερουν μαζι τους πολλα χρηματα στην ελλαδα πλουτιζεις σε μια μερα! Εφυγαν και αυτες με μια βαλιτσα με λιγα ρουχα και το χαρτι με τη διευθυνση του ξενοδοχειου προσεκτικα διπλωμενο στη τσαντα. Πηραν λεωφορειο, μπηκαν στο καραβι, ακολουθησαν τις οδηγιες, εφτασαν στη σημειωμενη διευθυνση. Εκει ομως που θα επρεπε να ειναι το μεγαλο ξενοδοχειο, ηταν ενα κλειδωμενο μπαρ με κατεβασμενα στορια στο ισογειο μιας παμπαλαιας οικοδομης, σε ενα στενο, πισω απο το λιμανι με ξεχειλισμενους καδους σκουπιδιων να στολιζουν τη  προσοψη του. Η πινακιδα ειχε την εικονα ενος υμιγυμνου γυναικειου σωματος να λικνιζεται. Το μονο κοινο με το ξενοδοχειο που περιμεναν να βρουν ηταν το ονομα του μαγαζιου. Καταλαβαν οτι κατι δεν παει καλα. Και τοτε θυμηθηκαν και καποιες αλλες ιστοριες που ειχαν ακουσει στη Ρουμανια, που ο ενθουσιασμος τους για τη δουλεια στην ελλαδα τις ειχε κανει να τις ξεχασουν. Θυμηθηκαν εκεινη την κοπελα που μετα απο χρονια οι γονεις της εμαθαν πως την βιαζαν καθημερινα σε ενα υπογειο μιας επαρχιακης πολης. Θυμηθηκαν την κορη της γειτονισσας που αντι για χορευτρια δουλευε κονσομασιον σε μαγαζια καπου στην ελλαδα. Αναλογιστηκαν ολα τα διαφορετικα τελη που θα μπορουσαν να εχουν οι ιστοριες των κοριτσιων που εφυγαν απο τη Ρουμανια και δεν γυρισαν ποτε ξανα. Τη σιωπη των σκεψεων τους διεκοψαν αντρικες φωνες,που ερχονταν απο τη μισανοιχτη πλαινη πορτα του ισογειου. Κοιταξαν προσεκτικα και ειδαν καποιους να μετρανε λεφτα,τα κερδη της προηγουμενης βραδιας. Αποφασισαν να φυγουν. Ξεκινησαν,χωρις να ξερουν που βρισκονται, χωρις να ξερουν καθολου ελληνικα, χωρις καθολου χρηματα πανω τους. Περπατησαν 20 ωρες χωρις να ξερουν που πηγαινουν εκεινη τη μερα. Οταν πλεον ειχε βραδιασει και αποφασισαν να παρουν τηλεφωνο τον πατερα τους στη Ρουμανια. Αυτος καταφερε να παρει τηλεφωνο ενα γνωστο του απο το χωριο και αυτος να του πει για τον ταδε γνωστο του που βρισκεται στο ιδιο μερος μεταναστης και μπορει να βοηθησει τα κοριτσια. Ωρες μετα ο γνωστος αυτος,τις βρηκε χιλιομετρα μακρια απο το λιμανι,νηστικες και σοκαρισμενες να καθονται σε ενα παγκακι. Την επομενη μερα γυρισαν στη Ρουμανια.

Να μη ζήσουμε σα δούλες

1364460716march2013edlettfeat-300x225
Παντρεύτηκε στα είκοσι. Γνωρίστηκαν ένα μήνα πρίν.  Δεν έπαιρνε και πολύ συζητηση το θέμα.  Αυτός είχε τη δουλειά του και ο πατέρας της δεν μπορούσε να τη συντηρεί άλλο. Το βάρος έπρεπε να μεταφερθεί. Έφυγαν στη γερμανία, δούλευαν όλη μέρα στα εργοστάσια. Έκαναν και δύο παιδιά. Και ο καιρός περνούσε.  Με βρισιές, φωνές, προσβολές, διαταγές, που και που ξύλο. Ζούσε δυστυχισμένη. Και ο καιρός περνούσε. Γύρισαν μετά απο χρόνια στην ελλάδα, τα παιδια είχαν πια μεγαλώσει και αυτή ήθελε να ζήσει. Και ο καιρός περνούσε. Και οι βρισιες, οι φωνες, οι προσβολές, οι διαταγές και το ξύλο που και που συνεχίζονταν. Αυτός εξαφανιζόταν, πήγαινε διακοπές, διασκέδαζε, είχε άλλες σχέσεις και αυτή καθόταν στο διαμέρισμα, να καθαρίζει, να μαγειρεύει, να πλένει, να βοηθά τα παιδιά. Και ο καιρός περνούσε.Και αποφάσισε οτι δεν θέλει πια να ζεί έτσι, οτι δεν θέλει άλλο να είναι δυστυχισμένη. Και ξύπνησε ένα πρωί στα εβδομήντα της,μάζεψε όλα της τα πραγματα και του είπε οτι πάει για διακοπές σε μια ξαδέρφη της. Δε γύρισε ποτέ. Νοίκιασε ένα σπίτι , αγόρασε καινούρια έπιπλα και λίγα ρούχα και άφησε το όνομα στο θυροτηλέφωνο κενό. Να μην τη βρεί. Δεν έβγαινε απο το σπίτι, γιατι δεν ήθελε να τον συναντήσει. Τα ψώνια της τα έκαναν τα παιδιά της και την πήγαιναν καμιά βόλτα με το αμάξι. Τώρα έχουν πια περάσει δέκα χρόνια και τον συνάντησε τυχαία στη γειτονιά.Έκανα πως δεν τον είδε και αυτός δεν της μίλησε. Τα βράδια κλαίει που δεν έφυγε νωρίτερα. Κλαίει για τον καιρό που απλά περνούσε. Αλλα νιώθει περήφανη που βρήκε τη δύναμη, που κατάφερε να ζήσει. Όχι σα δούλα αλλα σαν άνθρωπος.
 
Λευτεριά στις γιαγιάδες- Να μη ζήσουμε σα δούλες

Ιστορίες κρητικής φιλοξενίας ή αλλιώς “φερ’τε πίσω τα κλεμμένα”

tumblr_mg0nzs22Gu1r8i7k7o1_500

Περνώντας έξω απο ένα πανάκριβο μαγαζί με ρούχα στην Κρήτη, είπα στον πατέρα μου στα πλαίσια μιας αδιάφορης κουβέντας για την κρίση σε τοπικό επίπεδο,  πως γίνεται να είναι ακόμα ανοιχτό αυτό το μαγαζί και ποιοι είναι πια όλοι αυτοί που αγοράζουν τσάντες με 1.000 ευρώ και ζώνες με 200. Ξεκίνησε λοιπόν μια κουβέντα για τον πρώτο ιδιοκτήτη του μαγαζιού, ο οποίος έτυχε να είναι γείτονας της γιαγιάς μου στην εβραική συνοικία. Ήταν λοιπόν ενας φτωχός άνθρωπος αυτός, που πρίν τον πόλεμο πουλούσε αυγά σε έναν πάγκο έξω απο τη μεγάλη αγορά. Επειδή όμως οι κρίσεις δίνουν μεγάλες ευκαιρίες σε αυτούς που είναι έτοιμοι να τις αρπάξουν, ο φτωχός αυτός άνθρωπος είδε την κατοχή σαν ευκαιρία και δεν την άφησε να πάει χαμένη. Όταν οι ναζί λοιπόν πήραν όλους τους Εβραίους της πόλης και ερήμωσε η εβραική συνοικία, μπήκε στα σπίτια των γειτόνων του και έκλεψε ανενόχλητος οτι είχε απομείνει απο τις περιουσίες τους. Τέλειωσε λοιπόν ο πόλεμος και ο φτωχός έμπορος αυγών βρέθηκε ξαφνικά με μια τεράστια περιουσία στα χέρια του. Κοινό μυστικό ήταν αυτό στην μικρή πόλη και πολλοί τον ρωτούσαν ειρωνικά μήπως βρήκε στην κατοχή την κότα με τα χρυσά αυγά. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε αυτό το μαγαζί, για να δώσει εναν ευρωπαικό αέρα στην περιοχή και να προμηθεύσει την καλή κοινωνία με την τελευταία λέξη της μόδας.
 
Φαντάζομαι λοιπόν τους απογόνους του φτωχου, αυτοδημιούργητου αυτού ανθρώπου, που ακόμα θα δρέπουν τους καρπούς του κόπου του, να βλέπουν τηλεόραση και να κουνούν το κεφάλι επιδοκιμαστικά, με μια δόση δίκαιης αγανάκτησης στη γνωστή πλέον  απαίτηση «φερ’τε πίσω τα κλεμμένα»

Διάλογος δίχως όνομα..

die dieΔιάλογος σε κουίρ παρτυ μετα το γκει πραιντ της θεσσαλονίκης, όπως μου μεταφέρθηκε:

-Ήρθα μπας και παίζουν τίποτα τζάμπα ναρκωτικά…

-Τι? κουμπιά?

-Οχι ρε τίποτα σκόνες, αφου αυτοί οι πούστηδες  είναι όλοι πλούσιοι…